Την είδε εντελώς
τυχαία. Καθόταν στο μπαρ. Πόσος καιρός είχε περάσει? Τον περισσότερο καιρό δεν
την άφηνε καν να περνάει από το μυαλό του. Και νάτην τώρα. Ξανά. Έντονη. Το
ίσως που δεν άφησε να ξεδιπλωθεί, η υπόσχεση που δεν συνάντησε, η γυναίκα που
δεν τόλμησε. Ένοιωσε αμήχανα. Νευρίασε πάλι με την αίσθηση αυτή που του
προκαλούσε. Συνέχισε να την παρατηρεί αφανής. Εκείνη ήπιε μια γουλιά από το
κρασί της και άναψε ένα τσιγάρο. Αργά, βασανιστικά, απολαυστικά. Ζήλεψε πάλι
την πληρότητα της. Θύμωσε με την απόλαυση της. Γιατί τον είχε αγγίξει. Ήξερε το
χάδι της στο πρόσωπο του. Θυμόταν το βλέμμα της, βαθύ και εγκάρδιο. Για λίγο
ήταν δικό του. Τόσα χρόνια κλειδωμένα και ξάφνου εκείνη ολάνοιχτη… και κείνος?
Την έθεσε σε διαθεσιμότητα… τόσα χρόνια αυτάρεσκης σιγουριάς παρέλυσαν σε μια
ελπίδα. Το τεράστιο οχυρωμένο Εγώ συρρικνώθηκε στην σκιά μια Γυναίκας. Ενώ
τόσες και τόσες περνούσαν εφήμερα στην επιφάνεια του. Εκείνη όμως… με
κατακόρυφη αγνότητα απλώθηκε μέσα του. Πόσο πολλή φάνηκε στο λίγο πούχε μάθει… Άφησε την μουσική να γαργαλήσει την φαντασία του. Γνώριμα παιχνίδια
του νου… Κι όμως. Υπήρχαν πάντα στιγμές που λαχταρούσε να ζήσει την σκέψη του,
να αφεθεί στην θάλασσα της, να επιτρέψει πια την διείσδυση. Και τότε τον είδε
εκείνη. Και τον κοίταξε ζεστά. αλλά μακρινά.
Με βλέμμα γλυκόπικρης θύμησης. και κενά. Σειρά σου να ζήσεις με αυτά, του
έλεγε. Κατάπιε την τελευταία του γουλιά με κλειστά μάτια. Και όταν τα ξανάνοιξε…
εκείνη έλειπε.
*ακούγεται το «face to face» της siouxsie and the banshees
**η εικόνα είναι μέρος του πίνακα "δύο γυναίκες στο μπαρ" του pablo picasso
**η εικόνα είναι μέρος του πίνακα "δύο γυναίκες στο μπαρ" του pablo picasso









